ΤΑΞΙΔΙ

Κοπεγχάγη: επιστροφή στο μέλλον


  • Το απαστράπτον Μαύρο Διαμάντι της Κοπεγχάγης αποτελεί επέκταση της Βασιλικής Βιβλιοθήκης. (Φωτογραφία: Morten Bjarnhof)

    Το απαστράπτον Μαύρο Διαμάντι της Κοπεγχάγης αποτελεί επέκταση της Βασιλικής Βιβλιοθήκης. (Φωτογραφία: Morten Bjarnhof)

Κείμενο: Μαρία Κωβαίου

Ενας πρωτότυπος αρχιτεκτονικός περίπατος στη δανέζικη πρωτεύουσα, που μεταμορφώνεται διαρκώς χωρίς να αποποιείται το παρελθόν της.

Χειμερινή επίσκεψη στη Σκανδιναβία και δεν θα μπορούσε να είναι πλήρης χωρίς μια στάση στην πόλη που με φιλοξένησε για δύο χρόνια της ζωής μου και την οποία όλο καμάρι αποκαλούσα «σπίτι μου». Κάθε φορά που επέστρεφα με το αεροπλάνο στην Κοπεγχάγη από οπουδήποτε είχα πεταχτεί στον κόσμο, τη στιγμή που κάτω από τα σύννεφα ξεπρόβαλλε η εντυπωσιακή γέφυρα Øresundsbron που ενώνει τη Σουηδία με τη Δανία –αυτή της αστυνομικής τηλεοπτικής σειράς «Bron/Broen»–, ένας κόμπος ανέβαινε στον λαιμό μου. Την ίδια γέφυρα, μήκους 8 χλμ., διασχίζει τώρα το τρένο που με φέρνει από τη Στοκχόλμη. Καταμεσής της θάλασσας, στο κινητό μου έρχεται μήνυμα για αλλαγή δικτύου. Βρίσκομαι πλέον στη Δανία. Ακόμα όμως δεν γνωρίζω πως η πρωτεύουσά της δεν είναι πλέον ίδια με την πόλη που αποχαιρέτησα δεκαπέντε χρόνια πριν.

Αφήνω τα πράγματά μου στο γλυκύτατο First Hotel Mayfair, που βρίσκεται απέναντι από ένα στριπτιζάδικο στην περιοχή Versterbro, χωρίς όμως λόγω της τοποθεσίας του να υπολείπεται σε στυλ ή να στερείται ησυχίας. Παρά το ψιλόβροχο, βγαίνω να συναντήσω την πόλη. Τα παραμυθένια χρωματιστά σπιτάκια της ακόμα εκεί, σταθερή υπενθύμιση πως ο διασημότερος παραμυθάς του κόσμου ήταν Δανός. Οπου όμως και αν στρέφω το βλέμμα, γερανοί ξεπροβάλλουν πίσω από κτίρια αιώνων, ενώ πελώρια εργοτάξια με προστατευτικές περιφράξεις καλυμμένες με γκραφίτι-έργα τέχνης υποχρεώνουν τους περαστικούς να παρακάμψουν πλατείες και αξιοθέατα. Ενας καταστηματάρχης με ενημερώνει πως κατασκευάζουν τη νέα, τρίτη κατά σειρά, γραμμή του μετρό, που προβλέπεται να είναι έτοιμη το 2020. Το μετρό δεν το είχα προλάβει όταν ζούσα εδώ. Φουτουριστικό, άνευ οδηγού, διασχίζει την πόλη μεταφέροντας τους επιβάτες από και προς περιοχές εκτός κέντρου, κάποιες από τις οποίες μόλις τώρα οικοδομούνται.

Οταν μια χώρα διατηρεί σταθερά τα πρωτεία της πιο χαρούμενης παγκοσμίως (σύμφωνα με τo World Happiness Report των Ηνωμένων Εθνών) και εξέχοντες πολεοδόμοι, όπως τα μέλη του βρετανικού Μη Κυβερνητικού Οργανισμού Academy of Urbanism, ανακηρύσσουν την πρωτεύουσά της την πιο βιώσιμη, δεν εκπλήσσει ούτε το ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν εδώ ούτε το ότι η μικρή αυτή πόλη αδυνατεί πλέον να τους στεγάσει. Γι’ αυτό και εκτός ιστορικού κέντρου έχουν αρχίσει να χτίζονται νέες πολιτείες, που σαν μικροί πλανήτες περιμένουν τους κατοίκους που θα τις εποικίσουν. Το μετρό, μάλιστα, είχε αρχίσει να σχεδιάζεται ήδη από το 1992 με την προοπτική να εξυπηρετήσει στο μέλλον την εκτός κέντρου περιοχή του Οerestad. Οταν έφυγα από τη Δανία, το 2002, η περιοχή ήταν ακόμα χωράφια. Εκεί όμως πλέον βρίσκονται μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα της σύγχρονης δανέζικης αρχιτεκτονικής που αξίζει να δει κανείς από κοντά.

ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ OERESTAD

Το μετρό (M1) με κατεύθυνση το Vestamager μοιάζει να κάνει τέρμα στη μέση του πουθενά. Ο σταθμός είναι υπέργειος και, όπου φτάνει το μάτι, το μόνο που βλέπεις είναι χωράφια βουτηγμένα στην πρωινή πάχνη. Πρόκειται για τον βοσκότοπο Kalvebod Faelled, τμήμα του οποίου έχει ανακηρυχθεί περιοχή Natura 2000 λόγω του σημαντικού πληθυσμού πουλιών που βρίσκουν εδώ καταφύγιο. Ακριβώς δίπλα, ένα άλλο «καταφύγιο» περιμένει τους δικούς του κατοίκους. Το Oerestad είναι μια πόλη υπό κατασκευή, στην οποία ξεχωρίζει το σύμπλεγμα κατοικιών 8Τallet (σ.σ.: μεταφράζεται «το νούμερο 8») του δανέζικου αρχιτεκτονικού γραφείου BIG, του οποίου ηγείται ο αναγνωρισμένος πλέον Bjarke Ingels. Σχεδιασμένο για να αποτελέσει μια αυτοσυντηρούμενη εξοχική πολιτεία με κατοικίες, επιχειρήσεις, γραφεία, κοινόχρηστους κήπους και παιδικούς σταθμούς, εντυπωσιάζει λόγω του σχήματός του (ένα 8), το οποίο δυστυχώς όμως μόνο από αέρος μπορεί κανείς να εκτιμήσει. Αναπόφευκτα, τις εντυπώσεις κλέβει ένα πρασινοκίτρινο κτίριο με μπαλκόνια σε σχήμα κύβου που είναι λες και φτιάχτηκαν από το χέρι σουρεαλιστή ζωγράφου για να θυμίζουν μάτια που έχουν πεταχτεί από τις κόγχες. Στεγάζει οίκο ευγηρίας και είναι έργο του δανέζικου γραφείου JJW Arkitekter. Η αρχιτεκτονική του αποτελεί μια απρόσμενα παιχνιδιάρικη προσέγγιση της τρίτης ηλικίας, η οποία συγκινεί.

Το γραφείο BIG βρίσκεται πίσω από δύο ακόμη ενδιαφέροντα κτίρια της περιοχής, το VM Bjerget (σ.σ.: μεταφράζεται «Το βουνό») και το VM Houses. Το πρώτο αποτελείται από κατοικίες τοποθετημένες η μία πάνω από την άλλη κλιμακωτά, σαν σε πλαγιά βουνού, έτσι ώστε η σκεπή της μιας να είναι ταυτόχρονα ο κήπος της κατοικίας από πάνω. Στο διπλανό οικοδομικό τετράγωνο, τα σπίτια VM, χτισμένα σε σχήμα V και M (αν τα δεις από αέρος) με τα εντυπωσιακά μυτερά τριγωνικά μπαλκόνια, είναι οι πρώτες κατοικίες που χτίστηκαν στην περιοχή. Εχω σταθεί αρκετή ώρα και κοιτάζω ένα-ένα τα πελώρια παράθυρά τους, τα περισσότερα χωρίς κουρτίνες, ώσπου συνειδητοποιώ πως δεν πρόκειται για παράθυρα, αλλά για τους εξωτερικούς τοίχους των κατοικιών, κατασκευασμένους από γυαλί για να μπαίνει όσο το δυνατόν περισσότερο φυσικό φως. Παράλληλα, όμως, επιτρέπουν στον περαστικό να βλέπει τα πάντα, σαν να κοιτάζει την προθήκη ενός μουσείου. Το έκθεμα, εν προκειμένω, είναι οι ζωές των ενοίκων: μια εσωτερική σκάλα, ένα παιδικό κρεβάτι, η πλάτη μιας ντουλάπας, μια πλαστική κούτα ΙΚΕΑ, ένα ποδήλατο. Σκέφτομαι πως με αυτόν τον τρόπο το έξω μοιάζει να γίνεται προέκταση του μέσα και το αντίθετο, εκφράζοντας ενδεχομένως μια βαθύτερη ανάγκη για επικοινωνία.

Φιλοσοφώντας μπαίνω στο μετρό με προορισμό τον σταθμό DR Byen. Εδώ στεγάζεται η εθνική ραδιοτηλεόραση DR, σε ένα τεράστιο γυάλινο κτίριο. Δίπλα της η αίθουσα συναυλιών DR Koncerthuset με την μπλε πρόσοψη, έργο του καταξιωμένου Γάλλου αρχιτέκτονα Jean Nouvel, ο οποίος ήθελε, λέει, το εσωτερικό να θυμίζει γιγαντιαίο μετεωρίτη που πάγωσε στον χρόνο τη στιγμή που έπεσε στη Γη. Εντυπωσιακά και τα δύο, αλλά όχι όσο οι πολυφωτογραφημένες και βραβευμένες φοιτητικές εστίες Tietgenkollegiet, δημιουργία των Lundgaard & Tranberg. Το κυκλικό τους σχήμα το οφείλουν στις κοινοβιακές κατοικίες Tulou στη νότια Κίνα, από τις οποίες εμπνέονται. Ολα τα υπνοδωμάτια έχουν θέα προς τα έξω, ενώ οι κοινόχρηστοι χώροι βλέπουν προς την εσωτερική αυλή, που αποτελεί και το επίκεντρο αυτού του μικρόκοσμου, καθημερινό πέρασμα και σημείο συνάντησης. Σκεπτόμενη πόσο ευγνώμονες θα ήταν και οι δικοί μας φοιτητές αν είχαν την τύχη να ζουν σε παρόμοιες εστίες, παίρνω πάλι το μετρό και επιστρέφω στην πόλη.

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΩΡΟ

Απαντήσεις σε ερωτήματα αρχιτεκτονικής φύσεως δίνει το Dansk Arkitektur Center (www.dac.dk), το κέντρο αρχιτεκτονικής που στεγάζεται σε μια παλιά αποθήκη στο λιμάνι της Κοπεγχάγης, στην περιοχή Christianshavn. Την περίοδο που το επισκέπτομαι, παρουσιάζει το έργο του αρχιτεκτονικού γραφείου COBE, υπεύθυνου για μια σειρά από βραβευμένα έργα, όπως ο νέος σταθμός Nørreport, η πλατεία Israels Plads, αλλά και η ανάπτυξη ολόκληρων περιοχών, όπως του Nordhavn, του λιμανιού βόρεια της πόλης. Ο τίτλος της έκθεσης αποκαλυπτικός: «Our Urban Living Room» (το αστικό μας σαλόνι). Καταφέρνει να εξηγήσει εύγλωττα τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο δημόσιος χώρος στη Δανία: σαν προέκταση της οικίας, σαν ένα μεγάλο κοινόχρηστο σαλόνι – το οποίο μπορεί να είναι μια πλατεία, μια βιβλιοθήκη, αλλά και ένα πεζοδρόμιο ή μια γέφυρα, οτιδήποτε δηλαδή φιλοξενεί τους κατοίκους μιας πόλης έστω και για λίγο μέσα στην ημέρα. Γι’ αυτό προφανώς τόσο οι αρχιτέκτονες όσο και οι κάτοικοι της Κοπεγχάγης θέλουν τους χώρους αυτούς –το κοινό τους σπίτι– ευχάριστους, αισθητικά όμορφους αλλά και χρηστικούς. Γι’ αυτό οι πόλεις τους έχουν υψηλή ποιότητα ζωής. Ολα όμως μοιάζει να ξεκινούν από την αίσθηση αυτή του ανήκειν σε κάτι που ξεπερνά τους τέσσερις τοίχους της κατοικίας τους.

Λίγα βήματα από το Dansk Arkitektur Center βρίσκεται το Christiansholm ή αλλιώς Papirøen (νησί του χαρτιού), όπου λαμβάνει χώρα ένα «αστικό πείραμα»: οι παλιές εγκαταλελειμμένες αποθήκες χαρτιού αλλάζουν χρήσεις και ενοίκους σε αναζήτηση νέας ταυτότητας. Ηδη κάποιες εταιρείες έχουν μεταφέρει τα γραφεία τους εδώ, ανάμεσά τους και το αρχιτεκτονικό γραφείο COBE, το οποίο έχει αναλάβει και τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του νησιού, ενώ μία από τις αποθήκες έχει καταληφθεί εξ ολοκλήρου από το Copenhagen Street Food (copenhagenstreetfood.dk), μια αγορά με 39 περίπτερα που σερβίρουν κάθε λογής γρήγορο, φθηνό, αλλά περιποιημένο φαγητό. Κάποιοι Δανοί εκμεταλλευόμενοι τον ήλιο έχουν αράξει έξω, παρά το τσουχτερό κρύο. Το καλοκαίρι θα πρέπει να επικρατεί το αδιαχώρητο. Προς το παρόν, είναι άγνωστο ποια ακριβώς θα είναι η ταυτότητα αυτής της νεοσύστατης γειτονιάς, πάντως κανείς δεν θα εκπλαγεί αν μεταμορφωθεί σε συνοικία καλλιτεχνών, δεδομένης της εγγύτητάς της με την Οπερα (Operaen) και το Βασιλικό Θέατρο (Skuespilhuset) στην άλλη πλευρά των καναλιών.

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

Στο νησάκι Slotsholmen, όπου βρίσκεται και το Christiansborg Slot που στεγάζει το δανέζικο κοινοβούλιο (αυτό της αγαπημένης στους Ελληνες τηλεοπτικής σειράς «Borgen»), διακρίνεται μόλις το υπέροχο Μαύρο Διαμάντι του 1999. Το γρανιτένιο κτίσμα, δημιουργία του γραφείου Schmidt Hammer and Lassen, αποτελεί επέκταση της Βασιλικής Βιβλιοθήκης του 1906. Διασχίζω μια σειρά από γέφυρες για να το δω ξανά από κοντά και να κάνω μια βόλτα στον κήπο της παλιάς βιβλιοθήκης. Ο υπαρξιστής Søren Kierkegaard, το άγαλμά του δηλαδή, με περιμένει εκεί καθιστός όπως πάντα. «Τη ζωή πρέπει να τη ζούμε προς τα εμπρός, αλλά μπορούμε να την κατανοήσουμε μόνο προς τα πίσω», είχε πει όταν ζούσε και κάτι μου λέει πως θα ενέκρινε αυτό το πάντρεμα του παλιού με το νέο που συμβαίνει στη γενέτειρά του.

Η επόμενη μέρα ξημερώνει με ήλιο. Ο καιρός είναι ιδανικός για μια επίσκεψη στο Louisiana Museum of Modern Art (www.louisiana.dk), που βρίσκεται 30 λεπτά από το κέντρο. Το τρένο κάνει τέρμα στην πατρίδα του Αμλετ, στο Helsingør (Ελσινόρη), αλλά εγώ σταματώ στο Humlebaek. Μια ομάδα μαθητών, που υποθέτω ότι κατευθύνεται προς το μουσείο, κόβει δρόμο μέσα από το δάσος. Ακολουθώ. Λίγο αργότερα θα τους πετύχω ξανά σε μια αίθουσα να ακούν προσηλωμένοι την ανάλυση ενός πίνακα από τη δασκάλα τους. Μακάρι να καταλάβαινα τι έλεγε, γιατί τη σύγχρονη τέχνη δεν την κατανοώ πάντα. Ωστόσο, η επίσκεψη στο Louisiana είναι για μένα κάτι σαν προσκύνημα, ίσως γιατί το μουσείο αυτό δεν είναι απλώς ένας χώρος τέχνης. Μοιάζει και αυτό να αποτελεί προέκταση ενός σπιτιού, έτσι όπως είναι ανεπιτήδευτο, φιλόξενο, οικείο και γαλήνιο. Το τελευταίο μάλλον οφείλεται στην τοποθεσία του, μέσα στη βλάστηση και δίπλα στη θάλασσα. Σαν να εκτίθεται και η φύση μαζί με τα έργα. Από το Panorama Room, μάλιστα, στη Νότια Πτέρυγα, μπορεί κανείς να την απολαύσει καδραρισμένη από την άνεση ενός καναπέ. Τη θέα αυτή κρατώ από την επίσκεψή μου στο Louisiana, καθώς και τη γνωριμία μου με το έργο της εικαστικού Λουίζ Μπουρζουά.

Επιστρέφοντας στην πόλη, ο καιρός έχει ήδη αλλάξει. Την επομένη αποχαιρετώ την «άλλη πατρίδα μου» με το ίδιο ψιλόβροχο με το οποίο τη συνάντησα. Αν με τις πόλεις δημιουργούμε παρόμοιου τύπου σχέσεις με αυτές που δημιουργούμε με τους ανθρώπους, τότε η Κοπεγχάγη είναι για μένα σαν παλιός εραστής. Και οι δυο έχουμε αλλάξει και έχουμε προχωρήσει, κάτι όμως από τη γλύκα του παλιού έρωτα είναι ακόμα εκεί, στα στενά, σε αγαπημένες πλατείες, στη μυρωδιά του κρύου, ακόμα και στις δύστροπες δανέζικες λέξεις που κάποτε πάσχιζα να προφέρω: På gensyn λοιπόν, δηλαδή εις το επανιδείν.

Διαβάστε περισσότερα εδώ


Tags: ταξίδι, κοπεγχάγη