#KYPROSMOU

Λευκά περιστέρια και Αθηενίτικη δαντέλα

Σάντη Αντωνίου


Λευκά περιστέρια και Αθηενίτικη δαντέλα
κα Αναστασία Σέα, αρχικεντήστρα

«Τώρα να πάω στην κάμαρη να σας τα βρω, ελάτε μαζί μου». Είπε και χωρίς να πούμε λέξη την παρακολουθούσαμε να ξεδιπλώνει ευλαβικά τα κεντήματα της. Τα ξεδίπλωσε αργά, με λατρεία και νοσταλγία συνάμα.  Έμεινα να κοιτώ μαγεμένη μια τα ολόλευκα της χέρια και μια τα κεντήματα της.«Τα χέρια μας πρέπει να είναι ολοκάθαρα. Πριν ακουμπήσουμε το κέντημα μας πρέπει να πλενόμαστε. Κάθε φορά». είπε και σ' ένα βλεφάρισματα χέρια της πήραν την μορφή κατάλευκων περιστεριών. Λευκά περιστέρια που πέταξαν πέρα από τα σύνορα του τόπου μας. 

Την καλέσαμε να μας μιλήσει που καρκιάς, για τη ζωή και την τέχνη της. Δεν τσιγκουνεύτηκε καθόλου, απεναντίας μας έδωσε απλόχερα. Άνοιξε το συρτάρι της μνήμης και άπλωσε τις αναμνήσεις της  δίχα να  μετρήσει. Ξέρεις, οι άνθρωποι σαν την κυρία Αναστασία δίνουν πάντα περισσότερα απ’ όσα ζητάς!

«…Και κάπως έτσι, στη μέση του πουθενά της ψυχής μου, σου κουνούσα το λευκό κεντημένο μαντίλι της ξενιτιάς αδελφέ μου. Είναι δύσκολη η ώρα τ’ αποχαιρετισμού. Γλυκό το δάκρυ μπροστά στην τόση αλμύρα της θάλασσας. Όλες οι βελονιές που κέντησα μερόνυχτα από τα δέκα μου, δεν μπορούν να ορίσουν την στράτα που αφήνεις πίσω σου, μήτε το παράπονο μου που δεν με παίρνεις μαζί σου.

Σε κοιτώ να ξεμακραίνεις με μια τρύπια βαλίτσα όνειρα, με τις  μπαλωμένες σου κάλτσες και το κεφάλι ψηλά, τόσο ψηλά που το παμπόρι δεν μπορούσε να χωρέσει. Όσο πιο πολύ με έπνιγε το σπίτι, τόσο πιο πολύ δούλευα τα χέρια μου. Με την λάμπα συντροφιά τα βουβά βράδια κεντούσα ολονυχτίς. Σαν τέλειωνε το πετρέλαιο μ’ έπιανε το παράπονο, ήξερα πως δεν είχα επιλογή και έπρεπε να πλαγιάσω το κορμί μου. Κοιμόμουν για λίγο, όμως στις τρις ξυπνούσα και καρτερούσα το πρώτο φως της μέρας. Πόσο αγαπούσα το φως, ήταν η παριορκά και ο οδηγός μου!

Περνούσαν οι μέρες κι εγώ κεντούσα με τις άσπρες μου κλωστές ιστορίες για τη ζωή σου αδελφέ μου στην μακρινή Αυστραλία. Και τότε χαμογελούσα… Αχ Αυστραλία… πόση γλύκα και πόσες εικόνες γεννά το όνομα σου… Μ’ έβλεπα να σέρνω τη βαλίτσα μου κι εγώ προς το παμπόρι. Φορούσα το καινούριο μου ταγιεράκι, που μου έκαναν δώρο -για να είμαι ειλικρινής είναι το μόνο που είχα-  με τα μαλλιά χτενισμένα και στα χείλη γεύση τριαντάφυλλο. Έτσι, για τη γλύκα της καινούριας μου ζωής. Κι έβλεπα  να αποχαιρετώ τη μάνα και τα αδέρφια μας με το πλουμιστό μου μαντίλι, το έβλεπα ν’ ανεμίζει στον καθαρό αέρα. Τον αέρα της αλλαγής, του ονείρου και της ελπίδας… Λευκά περιστέρια το μαντίλι μου, λευκά λέφτερα περιστέρια…

 

Και κάπου εκεί η φωνή της μάνας με προσγείωνε απότομα στην πραγματικότητα: «Σήκου να κάμεις κανένα ψωμί  Αναστασού να φάμε».  Τύλιγα κι εγώ ευλαβικά τις δαντέλες μου, -την περιουσία, την παριορκά μου κι έπιανα τις δουλειές.

Περίμενα το γράμμα σου αδελφέ… Το γράμμα δεν ερχότανε κι ο πατέρας μας πήρε την απόφαση να με αρραβωνιάσει. Όταν άκουσα τη μάνα να λέει πως έφτασε γράμμα από σένα αδελφέ μου η καρκιά μου κόπηκε σαν κόρτα του ψωμιού. Είδα στο βλέμμα της μάνας μας εκείνο το βλέμμα που ήθελε να κρύψει όσα το στόμα δεν μολογούσε. Και πήρα το γράμμα σου στα χέρια μου και τότε ο κόσμος μου όλος δέθηκε με μια πέτρα τόνων ολόκληρων. Την έβλεπα σαν στήλη άλατος να βουλιάζει ομπρός μου.

… «Στασού ετοίμασε τες βαλίτσες σου για Αυστραλία.  Νεαρός Αθηενίτης έδειξε ενδιαφέρον να ζητήσει το χέρι σου. Είδε την φωτογραφία σου και θέλει να έρθεις. Του είπα πως σαν και σένα αντάξιαν χρυσοχέραν δεν θα βρει. Κάμε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες και πες μου πότε θα σε καρτερώ…»

Δεν διάβασα ως το τέλος… άσπρα περιστέρια το γράμμα σου, άπιαστα … τα έβλεπα να πετούν μακριά μου. Τούτο είναι το μελλούμενο μου. Αντρέα αδελφέ μου, το γράμμα σου άργησε λίγες μέρες. Άλλες φορές τα παίρναμε στις οκτώ, ετούτη τη φορά κάναμε μήνα. Λίγες μέρες, αλλά αρκετές για να με αρμάσουν. Αν ερχόταν το γράμμα στην ώρα του, εγώ θα έπαιρνα το παμπόρι για την Αυστραλία. Κι όμως το γράμμα δεν ήρθε στην ώρα του αδελφέ μου… Έτσι τα έφερε η ζωή. Να ριζώσω στην Αθηένου. Ο άντρας μου ήταν άξιος εν έχω κανέναν παράπονο. 

Όμως τότε, δεν θυμάμαι πόσα μερόνυχτα έκλαιγα. «Είναι αργά πια είπε η μάνα, δώσαμε το λόγο μας».. Μ’ έβλεπες άνδρα μου να κλαίω και να σπαράζω, για το ταξίδι που δεν πήγα και την ζωή που δεν θα ζούσα και τότε μου υποσχέθηκες: «Θα πάμε κι εμείς στην Αυστραλία». Και πήγαμε μα σε έφερα πίσω χωρίς ψυχή, εκεί έμελλε να αφήσεις την πνοή σου άντρα μου.

Δεν έμαθα να παραπονιέμαι… Η αλήθεια είναι πως η ευτυχία έρχεται όταν κάνεις οικογένεια, στα παιδιά σου. Από την άλλη, η τέχνη σου είναι σαν το γάργαρο νερό που τρέχει, σε κρατά ζωντανό, σε δροσίζει…Η αθηενίτικη δαντέλα είναι το νερό μου. Ώσπου βελονιάζω παριορκούμε. Λευκά περιστέρια τα χέρια μου, λευκά περιστέρια η κλωστή κι η ψυχή μου. Όσα κι αν πέρασα είμαι λεύτερη, είμαι γεμάτη από την τέχνη μου, που ρέει σαν νερό μέσα μου. Τι κι αν δύσκολα το βελόνι στέκει στα χέρια μου, τι κι αν τα μάτια μου με γελούν, η τέχνη μου με ξεχειλίζει, όπως το αίμα που ρέει μες το κορμί μου.

Σαν κοιτώ τα χέρια μου για μια στιγμή μονάχα τα βλέπω δίχα ρόζους, γερά και ροδαλά , τούτα τα χέρια τα άξια μου έδωσαν ψωμί για μένα και τα παιδιά μου, μου έδωσαν παριορκά όταν έχανα την ελπίδα, μου έδωσαν μεράκι όταν δεν υπήρχαν χαρές. Τούτα τα χέρια, δυο λευκά περιστέρια… Αυτά που δημιούργησαν έργα, που ταξίδεψαν πέρα από τα σύνορα του τόπου μου. Αχ! Αθηένου μου χαλάλι σου

 

 

* Η μαρτυρία αποτελεί απόσπασμα από προσωπικό μου κείμενο για το έργο  «Λευκά Περιστέρια» της εικαστικού Έλενας Τσιγαρίδου, το οποίο παρουσιάζεται στο πλαίσιο της ομαδικής έκθεσης «Εφτά ιστορίες, δαντέλες και σύγχρονη τέχνη» που διοργανώνει το Καλλινίκειο Μουσείο Αθηένου. Την έκθεση μπορείτε να επισκεφτείτε μέχρι και τις 23.6.17.

 

 


Tags: #σάντηαντωνίου, #sandyantoniou, #athiainou, #kentima, #sandyantoniou #έλενατσιγαρίδου