#KYPROSMOU

«Ο αποχαιρετισμός της Ανδρονίκης» του Μαππούρα, του Ττερλικκά, του Σιήκκη τζαι ο δικός μου.

Σάντη Αντωνίου


  • video
«Ο αποχαιρετισμός της Ανδρονίκης» του Μαππούρα, του Ττερλικκά, του Σιήκκη τζαι ο δικός μου.

 

Εμάθετε τι 'γίνην σε μέρη ελληνικά

'ντύθην η Αντρονίκη ρούχα 'βρωπαϊκά.

Φορεί τα πατταλόνια τζαι πα' στον καβενέν

του καβετζή προστάζει καβέν τζαι ναρκιλλέν.

Τραβά τζ' έναν τραπέζιν τζαι μιαν μάτσαν χαρκιά

τζ' αρκίνησεν να παίζει μ' έναν παλληκαράν.

Δκυό φίλοι του αρφού της την αγρωνίσασιν

πάσιν στον Ευαντζέλην τζαι του το είπασιν.

Απόσπασμα από το κυπριακό τραγούδι "Ανδρονίκη"

 

«Θα το κάνω, ότι κι αν γενεί εγώ θα το κάμω. Τι έχω να χάσω; Τι θα μου κάμουν δηλαδή; Όι, όι θα το κάμω… Ας με κλείσουν μες την κάμαρη. Εν θα του κάμω το χατίρι του αρφού μου τούτην την φορά. Σήμερα, εν τα γεννέθλια μου, σήμερα θα το κάνω…»

Και πάλευαν οι λέξεις, οχιές πελώριες μέσα στο νου της Ανδρονίκης. Δεν είχε δύναμη στα χέρια να τις πνίξει και θέριεψαν μέχρι που την εκυρίευαν. Ένιωθε τον κρύο ιδρώτα να κυλά απ το λακάκι στο λαιμό της ήταν και τούτον το ρίγος στο σβέρκο της ανατριχιαστικό σαν το φιλί πεθαμένου.

Σηκώθηκε αργά μα αποφασιστικά από την καρκόλα, έδυσεν τα μαλλιά της και στάθηκε μπροστά στον σπασμένο καθρέφτη. Έμεινε να βλέπει το πρόσωπο της. Για πρώτη φορά ένιωθε όμορφη. Πρέπει να ήταν η λαμπερή σπίθα στα μάτια της, ίσως να ήταν και τα μαύρα της μαλλιά που ενώ τα είχε μαζεμένα πετάγονταν απείθαρχα. Μπορεί βέβαια να ‘ταν και το χαμόγελο της. Μάλλον ήταν το χαμόγελο της: πρώτη φορά εγέλαν με τούτον τον τρόπο. Ήταν σαν να και εχαμογελούσεν μονόπαντα. Μετά από λίγα λεπτά, κούνησε με κατάφαση το κεφάλι κι έσυρε αργά τα βήματα της στο ερμάρι. Οι πόρτες έτριξαν και σαν τις άνοιξεν ένιωσεν την μυρουδιά του παπά της να την αγκαλιάζει (τζαι ας μεν την αγκάλιασεν ποττέ!). Έπιασεν το γαλάζιο πουκάμισο και το γκρίζο του πανταλόνι. Ήξερεν πώς αν την έβλεπεν θα έσπαζεν που το κακό του, όμως έθελεν πολλά να τον νιώθει πάνω της, ήθελε να νιώθει δυνατή, ειδικά τούτην την μέρα έπρεπε να ήταν «μαζί της». Σιγά το πράμα δηλαδή, εν τζαι να εσκότωνε κανέναν. Απλά θα έβαλεν παντελόνια!

Κάθε κλωστή του ρούχου ήταν σαν να ρίζωνε πάνω στο δέρμα της. «Μεν φοάσαι Ανδρονίκη, μεν ακούεις τες φωνές του αρφού, του παπά ή της μάνας σου.». Εφόρισεν τα ρούχα κι έσφιξεν την ζώνη καλά στη μέση της. Είχε δυνατό σώμα, ψηλόλιγνο. Σώμα ανεξερεύνητο, που δεν ένιωσε του έρωτα χαρές. Η σκέψη της ταξίδεψε σε κείνον, στο πρώτο τους αντάμωμα, πάει τωρά πάνω από ένας χρόνος. Εμφανίστηκε που το πουθενά να περπατά βιαστικά μες στο στενό της γειτονιάς της. Εν τον λαλείς ψηλόν μα ούτε τζαι τον πιο όμορφο. Είχε μαύρα μαλλιά σαν το κάρβουνο και μάτια σαν το μέλι. Θαρρείς πως εν γλυτζιά, μα μες τα μάτια του φώλιαζαν δεκάδες μέλισσες, αναγιούμενες, με κεντριά ακονισμένα. Τούτος ο άνδρας επήρεν το μυαλό της, εστοίχειωσεν τις σκέψεις της. Για το χατίρι του δεν ελοάρκαζεν  μήτε λογικήν, μήτε λάθος. 

Ήταν ξενοχωρίτης, δεν ήξερε πολλά γι’ αυτόν μα όσα κι αν νόμιζε πως ήξερε δεν μετρούσαν και τόσο. Της άρεσε ο τρόπος που σκουντούσε το γιασεμί με τον ώμο του κάθε φορά που περνούσε έξω που το αθασίν παραθύριν της. Ήταν και καλοφωνάρης ο άτιμος, όπου την επετύχαινεν μόλις την έβλεπεν εξεκίναν τραουθκιάν. Αυτός εσιγοτραγουδούσεν και η καρκιά της εχόρευκεν.

 «Σαν έφκαινα που το στενό του σπιθκιού μου η καρκιά μου επήαιννεν να σπάσει. Τι θα έκαμνα εγώ γεναίκα πράμα εις τον καφενέ. Τζαι τζείνος; Ούτε τ΄όνομα του καλα-καλά εν ηξέρω, τι θα που πώ;  Ξέρω το πώς τα πανταλόνια εν για μέναν που τα βαλα πρώτα. Τ’ άτιμα τα πανταλόνια, φορείς τα τζαι περπατάς πιο άνετα. Τζαι τούτον το γιασεμίν επήα τζαι έδωκα πάνω του! Αχ! Θεέ μου τζαι βοήθαμε δαμέ που έφτασα».

 Περπατούσε και μονολογούσε μέχρι που την κατακεραύνωσαν τα δεκάδες ζευγάρια μάτια των θαμώνων του καφενέ. Δεν δείλιασε, είπε ένα κοφτό «Γεια» και πήγε προς στο τραπέζι που καθόταν εκείνος. Κάθισε με τα πόδια ανοιχτά (τι φόραγε τα παντελόνια!) «Σήμερα εν τα γεννέθλια μου, θέλω να παίξεις μαζί μου χαρκιά τζαι να καπνίσουμεν ναργιλέν». Εκείνος γέλασε (σίγουρα δεν πίστευε στ’ αυτία του) και χωρίς να πει λέξη της έδωσε τον ναργιλέ και ξεκίνησε να ρίχνει τα χαρτιά.

«Εν ηξέρω τελικά πόσον γεμάτη ένιωθα τζείνην την ώρα που έκαμνα το δικό μου. Τούτον που εποθούσεν η καρκιά μου. Μα αλήθκεια κάθουμε στον καφενέ τζαι φουμάρω ναρκιλέν φορώντας πανταλόνια; Απέναντι μου τζείνος... χάνουμε μες τα μελιά του μάθκια τζαι ας με κεντρίζουν οι μέλισσες, τζαι ας μου αφήκουν σημάθκια. Μα σαν να τζαι  εσκοτείνιασεν, τζαι έχασα το φως μου σαν είδα το αδέρφιν μου, να στέκεται ομπρός μου».

«Ήντα που κάμνεις ρα αρφή; Ατίμασες μας ούλλους».  Είπε τζαι τ’ όπλο του εγύρισεν πάνω στην Ανδρονίκην.

«Είδα το μες τα μάθκια του, σαν του ελάλουν φύε, πως εν θα ήταν για καλόν

 τζαι που τα σιηέρκα του εν θα φκω. Αγαπά με Βαγγέλη, επρόλαβα να πω.

Μα σαν να τζαι άνοιξεν στα θκιο κομμάθκια η καρκιά μου

τζαι εππεσα θαρρείς σαν το δεντρόν που του εκόψαν τον κορμόν.

Λέξη που το στόμα μου χαρκέσαι τζαι εν εφκήκεν

Μόνο το γιαίμαν έτρεσσιηεν ριάκιν που επνίκεν.

Εμεινα να θωρώ, τζείντον αρφό μου τον καλόν που άλλον εγώ εν είχα.

Αχ τζαι έμινεν η πίκρα της μες του λαιμού τον λάκκον

σαν έγυρε το σσιέριν της να του κοντέψει νάκκον.

Άφηκεν για το κλείσιμον τζείντα μελιά τα μάθκια

που εν τζείνα που εκάμασιν τουντην καρκιάν κομμάθκια».

Η Ανδρονίκη αποτελεί αφηγηματικό κυπριακό τραγούδι το οποίο ταξίδεψε και διατηρήθηκε μέσα από την φωνή των πιο γνωστών ποιητάριων και τραγουδιστάων του νησιού μας. Μια από τις πιο διαδεδομένες εκτελέσεις είναι αυτή του Μιχάλη Ττερλικκά (ακούστε το εδώ) ο οποίος άκουσε την «Ανδρονίκη» πρώτη φορά από τον Κύπριο λαϊκό ποιητάρη Ανδρέα Μαππούρα. Το αφηγηματικό αυτό τραγούδι ταξίδεψε από μέρη ελληνικά σύμφωνα με αναφορές στα τέλη του 19ου ή αρχές 20ου αιώνα. Ο τόπος που πραγματοποιήθηκε το περιστατικό έχει διάφορες παραλλαγες. Πηγές αναφέρονται μεταξύ άλλων, στην Σπάρτη, στη Ρόδο και στην Πάτρα. Στις 21 Ιουνίου γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής μα καμιά μουσική δεν σε ακουμπά τόσο, όσο αυτή του τόπου σου.  Όσο για σένα Ανδρονίκη… κάθε φορά που θα βλέπω γιασεμί εν να σε μακαρίζω. 

 Ακούστε επίσης:

Μάρθα Φριτζήλα - Αντρονίκη 


Tags: #sandyantoniou, #kyprosmou, #androniki