ΔΙΑΤΡΟΦΟΛΟΓΟΣ

Ελεάνα Παπαχαραλάμπους

Γιατί έφτασε η ώρα να αναθεωρήσουμε τις διατροφικές μας συνήθειες


Δίαιτα: η λέξη είναι από μόνη της θλιβερή.

Στην πολυαγαπημένη μεταφορά στον κινηματογράφο του μπεστ σέλερ, της Ελίζαμπεθ Γκίλμπερτ, με τίτλο ‘Eat, Pray, Love’, με πρωταγωνίστρια την Τζούλια Ρόμπερτς. Το ομώνυμο βιβλίο παρέμεινε στη λίστα των μπεστ σέλερ της εφημερίδας New York Times για 155 εβδομάδες και τύπωσε 5 εκατομμύρια αντίγραφα, προκαλώντας μεγάλη αίσθηση. Αλλά τι ήταν αυτό που αιχμαλώτισε το ενδιαφέρον των αναγνωστών; Περνώντας την κρίση των τριάντα, η Γκίλμπερτ ξεκινά ένα ταξίδι σε αναζήτηση της ευτυχίας που της διαφεύγει. Στην ενότητα που αφορά την ‘Προσευχή’, προσπαθεί να καταλάβει το σύμπαν και τη δική της θέση μέσα σ’ αυτό. Στην ενότητα που αφορά την ‘Αγάπη’, προσπαθεί να ξεδιαλύνει τα μυστήρια της ανθρώπινης καρδιάς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτά τα ερωτήματα είναι παγκόσμια. Και στην ενότητα του ‘Φαγητού’; Παράλληλα με τα βαθύτατα ερωτήματα της πνευματικότητας και της ψυχικής υγείας, η Γκίλμπερτ μετατρέπει το φαγητό και τον τρόπο που τρώμε, σε ακρογωνιαίο λίθο της αναθεώρησης της ζωής της.

Δεν πρόκειται για την αναζήτηση μιας δίαιτας, που θα δώσει λύση στο πώς θα αδυνατίσουμε. Η αποκάλυψή της έγκειται στο να μετακομίσει στην Ιταλία και να τρώει ό,τι θέλει. Γεύεται κάθε νόστιμη μπουκιά, εκτιμώντας τα χυμώδη φρούτα όσο και την γαλακτερή μοτσαρέλα, χωρίς να σκέφτεται τις θερμίδες, τους υδατάνθρακες ή τις ‘καλές’ και τις ‘κακές’ τροφές. Μπορεί να ακούγεται απλό, αλλά το ερώτημα είναι, εσείς θα τολμούσατε να το κάνετε; Εδώ και τρείς δεκαετίες γράφω κι ασχολούμαι με τις γυναίκες και τη σχέση τους με το φαγητό, και πάντα υποστήριζα ότι οι τύψεις για το φαγητό που κυβερνούν τη σκέψη των γυναικών αποτελούν μία επώδυνη παγίδα. Για να ξεφύγουμε απ’ αυτήν την παγίδα πρέπει να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να γνωρίζει πότε πεινάει, να τρώει αυτό που θέλει και να σταματάει όταν έχει πια χορτάσει.

Πιθανόν αυτό να απέχει πολύ απ’ τον τρόπο με τον οποίο τρώτε τώρα, αλλά αν το καταφέρνατε – ή ακόμα καλύτερα, αν δεν είχατε αναπτύξει καμία φοβία σχετικά με το φαγητό (γιατί κανένα μωρό δεν γεννιέται με έμφυτη την γνώση ότι τα μακαρόνια είναι ‘βλαβερά’) – σκεφτείτε πόσο παράξενες θα σας φαίνονταν οι διατροφικές συνήθειες όλων των άλλων. Δεν θα καταλαβαίνατε τους νόμους της διατροφής– ή μήπως είναι η συναισθηματική μας υπόσταση αυτή που προκαλεί τους ενδοιασμούς, τις ανησυχίες, την κριτική, τις αυτό-επιπλήξεις και τις συμφωνίες που κάνουμε με τους φίλους μας σχετικά με το φαγητό. Μιλάμε για το φαγητό με τους όρους της ηθικής και της αμαρτίας, μιλάμε για το τελευταίο συμπλήρωμα διατροφής που κυκλοφόρησε, για το τι είναι κακό, απαγορευμένο, παχυντικό ή αλλεργικό. Όλα αυτά θα σας μπέρδευαν.

Όταν μεγάλωσα, η μπριζόλα, το τυρί, τα αυγά και η σαλάτα ήταν καλές τροφές. Το ψωμί, το ρύζι, τα μακαρόνια κι όλες οι τροφές που ανήκαν στην κατηγορία των υδατανθράκων ήταν βλαβερές. Είκοσι χρόνια μετά, οι τροφές που είναι υψηλές σε πρωτεΐνες και τα γαλακτοκομικά έχασαν την διατροφική τους αξία και τα μακαρόνια, το ψωμί ολικής αλέσεως και τα όσπρια σε συνδυασμό με το ρύζι κέρδισαν την εύνοια. Ανάλογα με το ποια δίαιτα προωθείται ως η τελευταία επιστημονική ανακάλυψη, θεωρούμε ότι οι τροφές που είναι υψηλές σε πρωτεΐνες ή με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη ή με χαμηλά λιπαρά είναι οι καλύτερες.

Δεν εκτιμούμε τους διαφορετικούς τύπους σωμάτων και ομορφιάς, αλλά έναν τύπο σώματος με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: το μακρύ και το λεπτό σώμα. Κι όταν λέμε λεπτό, εννοούμε λεπτό. Όχι φυσιολογικά λεπτό, αλλά πιο αδύνατο κι από αδύνατο. Φυσικά δεν είναι καινούρια αυτή η μόδα. Οι φαρμακοποιοί συνήθιζαν να πουλάνε ταμπλέτες για να βοηθήσουν τις αδύνατες γυναίκες να προσθέσουν λίγη αισθησιακή σάρκα και να μιμηθούν το στυλ της Μέριλιν Μονρόε ή της Σοφία Λόρεν.

Τότε ήταν ατυχία να είσαι κοκκαλιάρα. Αλλά η διαφορά ήταν ότι οι περισσότερες γυναίκες δεν έπαιρναν αυτές τις ταμπλέτες, ούτε ανησυχούσαν υπερβολικά για το σώμα και το βάρος τους, είτε ήταν παχουλές είτε αδύνατες. Ναι, ήταν ωραίο να έχεις ωραίο σώμα, αλλά δεν είχε και τόση σημασία. Υπήρχαν αρκετοί άντρες για να διαλέξεις και το τέλειο σώμα δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση. Αυτό το συναίσθημα είναι αδιανόητο σήμερα. Ξεκινώντας από τα εξάχρονα κοριτσάκια μέχρι και γυναίκες στην ηλικία της Τζόαν Κόλλινς και της Τζόαν Ρίβερς (δύο γυναίκες είδωλα της δεκαετίας του ‘80), το πως δείχνουμε, η γραμμή και οι καμπύλες του σώματός μας και η απαίτηση να είμαστε αδύνατες, είναι υψίστης σημασίας.

Tώρα πια το όμορφο σώμα δεν ανήκει μόνο στους αστέρες του Χόλιγουντ. Παλιά, αποτελούσε μία επιδίωξη για μερικά χρόνια, για την περίοδο που αναζητούσαμε σύντροφο. Τώρα, η αναζήτηση της ομορφιάς αφορά κάθε γυναίκα, για όλη της την ζωή, αλλά παράλληλα μ’ αυτήν την δημοκρατική κίνηση που στηρίζει το δικαίωμα της κάθε γυναίκας στην ομορφιά, ήρθε και η προτροπή να είναι όμορφη μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο, συνέχεια – όχι πια σαν διασκέδαση αλλά σαν απόλυτη ανάγκη.

Ζούμε σ’ έναν οπτικό πολιτισμό. Βλέπουμε από 5.000 έως 10.000 εικόνες ομορφιάς κάθε εβδομάδα. Και μας επηρεάζουν. Μαθαίνουμε να συγκρίνουμε τον εαυτό μας μ’ αυτές. Κοιτάμε τον εαυτό μας εξωτερικά και τον κρίνουμε αυστηρά. Και μοιραία αποτυγχάνουμε. Δεν μπορούμε να συγκριθούμε με τις εικόνες, όπως δεν μπορούν να συγκριθούν και τα ίδια τα μοντέλα με τις ρετουσαρισμένες φωτογραφίες τους. Αλλά αυτό το ξεχνάμε και φανταζόμαστε ότι αν κόψουμε το φαγητό, θα νιώσουμε καλύτερα, πιο ασφαλείς με το σώμα μας. Ξεχνάμε, επίσης, ότι το αποτέλεσμα των φωτογραφιών αυτών που βλέπουμε είναι να χάνουμε την ισορροπία μας, και να αισθανόμαστε πανικό, ανασφάλεια και μίσος για το σώμα μας.

Ίσως γι’ αυτό οι γυναίκες εντρύφησαν στο βιβλίο της Ελίζαμπεθ Γκίλμπερτ σχετικά με το φαγητό. Εκείνη ξέρει τώρα, αυτό που χρόνια υποστήριζα, ότι το φαγητό είναι νόστιμο κι απολαυστικό όταν τρως επειδή πεινάς. Ξέρει ότι το να τρως αυτό ακριβώς που θέλεις και να γεύεσαι την κάθε μπουκιά προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση. Δίνει αυτοπεποίθηση. Εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου και ανταμείβεσαι. ( Η Γκίλμπερτ, αξίζει να σημειώσουμε εδώ, δεν πάχυνε με την ανακάλυψή της.)

Αν τρώτε αυτό που θέλετε, όταν πεινάτε και γεύεστε κάθε μπουκιά τότε δεν θα έχετε χάσει τίποτα. Θα είστε έτοιμες να σταματήσετε όταν χορτάσετε. Αν τρώτε όταν πεινάτε, μπορείτε να σταματήσετε όταν θα έχετε χορτάσει. Υπήρχε λόγος που ξεκινήσατε να τρώτε κι υπάρχει λόγος για να σταματήσετε.

Αυτός ο τρόπος διατροφής μπορεί να αποτελέσει οδηγό και για άλλες δραστηριότητες και ορέξεις που συνδέονται με τα συναισθήματα. Υπάρχει ένας οργανικός ρυθμός ανάμεσα στην επιθυμία και την ικανοποίηση της. Ναι, μερικές φορές δεν μπορούμε να έχουμε αυτό που θέλουμε, αλλά αν τις περισσότερες φορές μπορούμε, τότε θα ανεχόμαστε πιο εύκολα τις λίγες φορές που δεν μπορούμε. Όταν ξέρουμε τι θέλουμε, έχουμε ήδη λύσει το μισό πρόβλημα. Η ευτυχισμένη σχέση μας με το φαγητό βασίζεται σ’ αυτό. Αν θυμάστε αυτό το απλό μάθημα, κι εσείς μπορείτε να ξεφύγετε από τις παγίδες του φαγητού που καταναλώνουν τον χρόνο και καταστρέφουν την απόλαυση. Κι έτσι θα έχετε περισσότερο χρόνο κι ενέργεια για προσευχή και αγάπη.

 

ΠΗΓΗ: papelle.gr


Σχόλια

(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)