#KYPROSMOU

Sweet November / Γλυτζιής να ‘σαι Νιόβρη μου

Σάντη Αντωνίου


Sweet November  /  Γλυτζιής να ‘σαι Νιόβρη μου

Τικ τακ, τικ τακ με το μολύβι στο χέρι σβήνεις τις μέρες από το ξεθωριασμένο ημερολόγιο. «Περνά ο καιρός» λες κι όμως τον αφήνεις να γλιστρά μέσα απ’ τα χέρια σου. Κάποτε, όταν φας ένα δυνατό χαστούκι (θάνατος και ζωή μια κλωστή δρόμος) θυμάσαι πως βγήκες από την πορεία σου. «Κρίμας» λες και ξαναλές. «Θα αλλάξω, θα εκτιμώ, θα ζω πιο έντονα, με πιο λίγο άγχος, θα ταξιδεύω περισσότερο…». Θα, θα, θα με πόσα «θα» θαρρείς γεμίζει το στομάχι; Με πόσα θα αποκοιμίζεις την ψυχή που γι’ άλλα πονεί, γι’ άλλα κλαίει;

Αν κάνεις ένα βήμα πίσω ίσως δεις πως αυτό που αναζητάς στους πλανόδιους σαλτιμπάγκους δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από την σπίθα που έχεις μέσα σου. Δες τους πως απλώνουν τα κομμάτια σου στους πάγκους με την πραμάτεια τους μ’ εκείνο το χαμόγελο της νίκης. Εδώ, σε τιμή ευκαιρίας τα λόγια της κυρίας, οι σιωπές, οι ελπίδες, τα όνειρα κι εκείνη η ανάγκη να πιστέψεις στη μαγεία.  Γέμισες το καλάθι σου με ρόδα, κάθε πέταλο και κομμάτι σου. Χούφτες ροδοπέταλα ανέμιζαν στον αέρα απλόχερα  δεξιά κι αριστερά. Δεν μετανιώνω λες, χαλάλι κάθε πέταλό μου.

Μα ο  χρόνος κυλά και το κενό μεγαλώνει. Όσα πιο πολλά δίνεις, τόσο πιο πολύ γεμίζεις… Έτσι είθισται  λένε.  Μα το να δίνεις δεν σημαίνει αδειάζεις, κι εσύ αδειάζεις χωρίς φρένα. Το κενό τρυπώνει όλο και πιο βαθιά. Μα να μην δίνω; Βιάζεσαι να ρωτήσεις. Να δίνεις, μα να ‘σαι γεμάτος. Να πατάς στο κέντρο σου. Αν εσύ δεν πατάς στο κέντρο σου δεν μπορείς να ελκύσεις τίποτα άλλο πέρα από αυτό που φοβάσαι. Σκέψου, τί φοβάσαι; Τι μαγνητίζεις;

Αγόρασα που λες μια βαρκούλα, αρχικά μου θύμισε αυτήν που άφησα με την καρδιά στο στόμα έξω από το χαλάκι της εισόδου σου, ενώ έγραφα με χέρια που έτρεμαν: «Άσε με να σ’ αγαπώ τον Αύγουστο».  Πάει και ο Αύγουστος,  χειμώνιασε κι ήθελα να σου πω πως ντύνομαι καλά, πίνω ζεστή σοκολάτα, βλέπω κομεντί στην τηλεόραση αγκαλιά με τη γάτα κι απολαμβάνω το χορό στη βροχή.

Έχω παιδέψει το μυαλό μου αμέτρητες ώρες με υπεραναλύσεις, έχω σπαταλήσει τη δημιουργία μου σ’ ανώφελα scroll στο ίνστα και στο facebook. Έχω ζητήσει πολλά περισσότερα απ’ όσα οι άλλοι καμιά φορά είχαν ή ήθελαν να μου δώσουν, έχω δώσει περισσότερα απ’ όσα οι άλλοι άντεχαν ή λιγότερα από αυτά που περίμεναν.  Ξέρεις, συνεχίζω να ξυπνώ κάποια βράδια τρομαγμένη με τη σκέψη πως δεν έζησα τη ζωή μου, πως δεν πρόλαβα…

Αγόρασα που λες μια βαρκούλα για να αρμενίζω. Δίπλα μου υπάρχει μια θέση αν θες ξέρεις πού θα με βρεις. Άλλωστε αυτοί που θέλουν βρίσκουν πάντα τον τρόπο, βρίσκουν πάντα τον δρόμο.

Νοέμβριος. Την παρατηρούσα να στέκεται ατάραχη με μια πήλινη βαρκούλα στη μέση της Αλυκής. Φορούσε ένα μπλε πλεχτό κασκόλ και όταν ανέμιζε σου έδινε την εντύπωση πως γινόταν ένα με τον ουρανό. Άρχισε να ψιχάλιζε μα δεν έκανε βήμα, μόνο το πρόσωπο της φωτίστηκε από το αινιγματικό χαμόγελο της. Δεν ξέρω πόση ώρα είχε βουλιάξει στις σκέψεις της. Την πλησίασα αθόρυβα. Όρκο δεν παίρνω μα σαν να την  άκουσα να λέει «Να σ΄ επιλέγω θέλω, όπως τα φλαμίνγκο κάθε φορά την Σκάλα. Να μ’ επιλέγεις θέλω, όπως τα Φλαμίνγκο κάθε φορά την Σκάλα».

Να ‘σαι γλυτζιής Νιόβρη μου, να σαι γλυτζίης... 

 


Tags: #kyprosmou, #sandyantoniou, #σάντηαντωνίου