ΣΧΕΣΕΙΣ

Πού αποδίδουν οι γυναίκες την αδυναμία τους να φτάσουν σε οργασμό;


Επιμέλεια-Μετάφραση: Χριστίνα Βάσσου / Ψυχολόγος Υγείας​

Η ανοργασμία, δηλαδή η αναστολή ή η απουσία οργασμού, υπολογίζεται ότι είναι παρούσα περίπου στο 10 έως 40% των γυναικών και σχετίζεται με διάφορους παράγοντες όπως η ηλικία/ορμονική κατάσταση, η υγεία, η σεξουαλική εμπειρία, οι πεποιθήσεις και εγγραφές της γυναίκας αναφορικά με το σεξ και την απόλαυση, το επίπεδο διέγερσης, το είδος σεξουαλικής δραστηριότητας, η φύση της ερωτικής σχέσης (περιστασιακή ή μόνιμη), η σεξουαλική δυσλειτουργία του συντρόφου, καθώς και η ποιότητα της ίδιας της συντροφικής σχέσης.

Η διάγνωση της ανοργασμίας είναι ιδιαίτερα απαιτητική και δύσκολη αφού μόνο οι μισές από αυτές τις γυναίκες αναφέρουν δυσφορία για την κατάστασή τους, ένα κριτήριο απαραίτητο για τη διάγνωσή της. Επιπλέον, ορισμένες γυναίκες αναφέρουν προβλήματα με τη σεξουαλική επιθυμία, τη διέγερση ή νιώθουν πόνο κατά τη διείσδυση, καταστάσεις που μπορεί να ευθύνονται για την απουσία οργασμού.

Επίσης, πολλές γυναίκες που δεν εντάσσονται στα τυπικά κριτήρια για τη διαταραχή αναφέρουν δυσκολία στην επίτευξη οργασμού κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής, παρόλο που ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των γυναικών κορυφώνει αυνανιστικά. Σε κάθε περίπτωση, η αδυναμία της γυναίκας να κορυφώσει έχει συνέπειες στον τρόπο που η ίδια αντιλαμβάνεται τον εαυτό της, την θηλυκότητα και τον σεξουαλικό της ρόλο.

Στην παρούσα μελέτη που μόλις δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Journal of Sex & Marital Therapy, οι ερευνητές εστιάζουν στους παράγοντες στους οποίους οι γυναίκες αποδίδουν την ανοργασμία τους αλλά και στο κατά πόσο υπάρχουν διαφορές μεταξύ των γυναικών που νιώθουν δυσφορία και εκείνων που δε νιώθουν, όσον αφορά την απόδοση των αιτιών της ανοργασμίας.

Στη συγκεκριμένη έρευνα έλαβαν μέρος συνολικά 913 ενήλικες γυναίκες (από 18 έως 60 ετών) με μέσο όρο ηλικίας τα 23 έτη. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι για τις περισσότερες, η πιο συχνή απόδοση του προβλήματος ήταν στο στρες ή το άγχος, η έλλειψη χρόνου στο σεξ και η ανεπαρκής διέγερση. Ωστόσο, ο παράγοντας που υπερίσχυε ήταν το άγχος, κάτι το οποίο ενδεχομένως αντανακλά μια γενικότερη ανησυχία για τις προκλήσεις της ζωής και τα προβλήματα ή αφορά άγχος πλήρως συνδεδεμένο με τη σεξουαλική κατάσταση (πχ. εικόνα σώματος, θηλυκότητα, σεξουαλική ανταπόκριση).

Αναφορικά με την παρουσία δυσφορίας ή όχι, διαπιστώνεται πως οι γυναίκες που δε δυσφορούν με την κατάστασή τους, είναι λιγότερο πιθανό να αποδίδουν το πρόβλημα στον παράγοντα στρες ή άγχος. Εντούτοις, ανέφεραν σε σημαντικότερο βαθμό ως αιτία της δυσλειτουργίας, την ύπαρξη χαμηλού σεξουαλικού ενδιαφέροντος ή επιθυμίας και την έλλειψη χρόνου κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής. Για τις γυναίκες αυτές, είναι εμφανές ότι η αιτία του προβλήματος αποδίδεται πιο εύκολα σε εξωγενείς παράγοντες που δεν αφορούν τις ίδιες. Αντίθετα, οι γυναίκες με δυσφορία αποδίδουν το πρόβλημα λιγότερο στην έλλειψη χρόνου, εσωτερικεύοντας το αίτιο του προβλήματος και θεωρώντας πως φταίνε οι ίδιες.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό να γνωρίζει η γυναίκα που δυσκολεύεται ή αδυνατεί να κορυφώσει, πως μπορεί να βοηθηθεί μέσα από ψυχοσεξουαλική θεραπεία.

 

Δρ. Θάνος Ε. Ασκητής Νευρολόγος - Μαρίνα Μόσχα. M.Α. Κλινικής Ψυχολογίας, Ψυχοθεραπεύτρια.
www.askitis.gr

 


Tags: σεξ, γυναίκα, σχέσεις, σεξουαλική ζωή

Σχόλια

(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)