CULTURE

Πήγαμε και είδαμε: «Αγωνίες» στη Λεβέντειο Πινακοθήκη


Του Ανδρέα Μαλάη

Δανείζομαι τον τίτλο της εμβληματικής ομιλίας του Αλμπέρ Καμύ στη Σουηδία, «Ο καλλιτέχνης και η εποχή του», καθώς κλείνοντας πίσω μου την πόρτα της Λεβέντειου Πινακοθήκης ήταν η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό μου. Ο πατέρας της σύγχρονης κυπριακής τέχνης, Αδαμάντιος Διαμαντής, στη σκοτεινότερη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας του τόπου του αφουγκράζεται με τον καλύτερο τρόπο τα δραματικά γεγονότα που θα οδηγούσαν στην καταστροφή, συντονίζεται με τον παλμό του νησιού και μετουσιώνει σε τέχνη τον ψυχισμό του με το εμβληματικό του έργο «Αγωνίες», που φιλοξενείται αυτό το διάστημα στον χώρο των περιοδικών εκθέσεων της Λεβέντειου Πινακοθήκης: ένα εναγώνιο πάλεμα του καλλιτέχνη με τα εκφραστικά του μέσα, με τον διαρκή του ψυχικό αναβρασμό, με τις μορφές και τα χρώματα και μια γόνιμη αφομοίωση των καλλιτεχνικών του καταβολών, που μεταφράζεται σε οκτώ μοναδικά έργα που έκαστο φέρει τον τίτλο «Αγωνία» και όλα μαζί καλύπτουν τη «δυσανάγνωστη» περίοδο πριν από την εισβολή και τις μετέπειτα συνέπειες (1963- 1974).

Η δομή της έκθεσης

Η έκθεση αποτελείται από τρία μέρη: (i) τα προσχέδια του Διαμαντή για την καθεμία από τις «Αγωνίες», (ii) τα εφτά από τα οκτώ πρωτότυπα έργα της θεματικής (εκτίθεται, εξάλλου, και η «Αγωνία Ι» σε φωτογραφικό αντίγραφο που κάηκε κατά το πραξικόπημα του 1974 στο προεδρικό) και (iii) στοχευμένη επιλογή «παράλληλων» έργων – αντιγράφων από καλλιτέχνες που άσκησαν επίδραση στις τεχνικές, τη θεματολογία και τα εκφραστικά μέσα του καλλιτέχνη, τα οποία εκτίθενται πάνω ακριβώς από τα προσχέδια των έργων, σε μια προσπάθεια των επιμελητών να μας εντάξουν στη δημιουργική διαδικασία των έργων, προτού θεωρήσουμε το τελικό αποτέλεσμα. Η συγκεκριμένη επιλογή είναι αρκετά εύστοχη, καθώς με αυτό τον τρόπο η πορεία προς τα πρωτότυπα έργα περιλαμβάνει τόσο την «εργαστηριακή» διαδικασία (προσχέδια – πρακτικό κομμάτι) όσο και τις πνευματικές και καλλιτεχνικές επιρροές του καλλιτέχνη (θεωρητικό κομμάτι). Δεν ξέρω, ωστόσο, κατά πόσον αυτή η τριμερής δομή της έκθεσης βοηθά έναν μη ενημέρωμενο ή ξένο επισκέπτη, που δεν έχει αντίληψη της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, να αντιληφθεί σε βάθος τις διαστάσεις του έργου του. Προφανώς, το έργο μπορεί να εκτιμηθεί και αποκομμένο από τις ιστορικές του απηχήσεις και στην τέχνη πολλές φορές αυτό είναι το ζητούμενο, ωστόσο, τόσο τα επεξηγηματικά σημειώματα όσο και οι κατατοπιστικές εισαγωγές δεν αναφέρουν παρά μόνο αδρομερώς τα περί 1963-74, γεγονός που στερεί ίσως τη δυνατότητα για μια πλήρη θεώρηση και «ασφαλή ερμηνεία» του έργου του καλλιτέχνη και αφαιρεί από την έκθεση μια πτυχή που θα προσέλκυε και κοινό που πιθανώς να προσέγγιζε τη συλλογή και ως ιστορικό τεκμήριο, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για ένα έργο κι έναν καλλιτέχνη – κατά την αυτοαναφορική παλαμική ρήση - «του καιρού του και του τόπου του».

Το περιεχόμενο

Η έκθεση αποτελεί μια μοναδική περιδιάβαση στον τρόπο με τον οποίο ένας καλλιτέχνης «σπουδάζει» μια συγκεκριμένη θεματική, αντλώντας έμπνευση από τη διαρκώς κορυφούμενη ταραγμένη εξωτερική πραγματικότητα, γεγονός που αποτυπώνεται εναργώς στην εξέλιξη των έργων του με σκοτεινότερα και πιο απόκοσμα επίπεδα. Στο κέντρο η μορφή της Κύπριας μάνας, συνεσταλμένη, άμορφη, σπαρακτική, μια κλειστή αγκαλιά ερμητική, δεμένη άρρηκτα με τον καρπό της, υποφέρει και σπαράζει για τον χαμό, κάμπτεται από την αγωνία, στερείται συγκεκριμένων χαρακτηριστικών. Γίνεται σύμβολο, καθίσταται, κατά τον Αναξίμανδρο θα λέγαμε, η αρχή του παντός, το «εν» που συνέχει τον κόσμο. Η πλαστικότητα της μορφής της ανάγεται σε μια μεγαλειώδη κραυγή, που αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο εν τέλει την «Αγωνία». Η συλλογή μορφοποιεί τον ισχυρότερο δεσμό, τον μέγα ομφάλιο λώρο με έναν τρόπο ξεκάθαρα αδρό που εν τέλει αποτυπώνεται μέσα μας βαθιά με τα πιο σκοτεινά χρώματα. Τα έργα ιδωμένα από απόσταση (κάτι που δεν εξυπηρετεί, δυστυχώς, η διάταξή τους στον χώρο) αποκτούν τα χαρακτηριστικά εκείνα που επί μέρους οι μορφές τους στερούνται και γίνονται μαρτυρίες μιας σπαρακτικής κραυγής, που αισθάνεται το τέλος και τρέμει για την καταστροφή.

Μπροστά στην τόσο εκφραστική απόπειρα του Διαμαντή, δεν θα μπορούσα παρά να φέρω στο μυαλό μου τους στίχους ενός άλλου μεγάλου σύγχρονού του ποιητή, που αγωνιώντας κι ο ίδιος το 1965 έγραφε στο πρώτο του «Γράμμα στη μητέρα»:

 «…Μητέρα, δεν βλέπεις πως μας αφαίρεσαν τα οστά

και σωριαζόμαστε στο παραμικρό

και προσπίπτουμε;

Μητέρα, τ’ αμπέλια δεν παράγουν για μας,

Οι μύθοι διακόπτονται στο κατώφλι μας.

Πρέπει όταν γεννηθήκαμε

να ’κλεισαν πίσω μας όλες οι πόρτες, δεν πρόσεξες;

Πρέπει όταν γεννηθήκαμε

το χωριό να διαγράφτηκε, δεν πρόσεξες;».

 Η έκθεση θα παραμείνει ανοιχτή μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου. Είσοδος: 5 ευρώ (καλύπτει όλες τις συλλογές της Πινακοθήκης). Μαζί θα λάβεις ένα επεξηγηματικό τρίπτυχο και χάρτη της έκθεσης. Στην αγορά διατίθεται ειδική έκδοση με τα έργα και την επεξήγησή τους στην τιμή των 30 ευρώ.

Πηγή: wiz