MUST ΕΠΟΨΗ

Run, run, run


Run, run, run

 H έρευνα της Καθημερινής για τον βαθμό ευχαρίστησης των Κυπρίων από τη διαχείριση των παραλιών (τους), έφερε στο φως το κοινό μυστικό: οι πολίτες είναι δυσαρεστημένοι έως και εξαγριωμένοι με την αποικιοκρατική εκμετάλλευση των ακρογιαλιών από τους δήμους, τις κοινότητες και τους κολλητούς αυτών. Όπως πολλά άλλα πράγματα στη χώρα μας, κι αυτό το ζήτημα το αντιμετωπίζουμε με το «άσε ρε» και όχι με το «θέλω ν’ αλλάξει». Όταν το πλέον σημαντικό προϊόν της πλέον σημαντικής σου βιομηχανίας το έχεις και το λειτουργείς σε μαύρο χάλι, χωρίς υπηρεσίες, χωρίς καθαριότητα, χωρίς ανάπτυξη εδώ και τριάντα χρόνια, δεν μπορείς να τα ρίχνεις στους άλλους παρά μόνο στον εαυτό σου. Το εξωφρενικό, βέβαια, είναι πως τον εθνικό πλούτο των παραλιών τον διαχειρίζονται κάτι δήμαρχοι/κοινοτάρχες ή δημοτικές υπηρεσίες, που στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι άσχετοι με το θέμα. Στη χειρότερη, είναι λαμόγια που εξυπηρετούν είτε την τσέπη τους εισπράττοντας μαύρα λεφτά είτε εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα, π.χ. ξενοδόχους ή γαιοκτήμονες.

H Κύπρος έχει κάποιες από τις καλύτερες παραλίες της Μεσογείου, ειδικά στο ανατολικό της μέρος αλλά και στη βόρεια πλευρά του Ακάμα, οι οποίες λειτουργούν χωρίς στόχευση, χωρίς στρατηγική και χωρίς έλεγχο. Κάποιες δε, δεν λειτουργούν καν για το κοινό (Ασπρόγκρεμος, μέρος του οποίου είναι το Anassa). Σε ποιον δεν έτυχε να ξαπλώσει σε σπασμένο κρεβατάκι, να πατήσει πλαστικά και σίδερα ή να βλέπει τα αποτσίγαρα και να αρχίσει να τα μαζεύει; Σε πόσους από αυτούς τους φορολογούμενους έτυχε να ξαπλώσουν σε κρεβατάκι με στρώμα, να έχουν ξύλινη ομπρέλα, να είναι καθαρή η άμμος στην παραλία και να τους σερβίρουν το ποτό τους δίπλα στο κύμα; Στην Κύπρο; Σε κανένα. Στην Ελλάδα; Παντού. Γιατί όμως;

Σας έχει τύχει ποτέ να βρείτε έναν πλανόδιο στην παραλία, να του πείτε «ένα νερό παρακαλώ» και να σας απαντήσει «ένα ευρώ κουμπάρε για τους Κυπραίους, δύο για τους ξένους» (!). Εμένα μου έχει τύχει, όχι μια φόρα. Αυτούς τους πέντε-δέκα γραφικούς τυπάκους, τους βγαλμένους από ελληνικές ταινίες των ’60s θέλει να προστατεύσει η -σαράντα χρονών- νομοθεσία μας, για τις παραλίες και την πώληση αγαθών σ’ αυτές. Ναι, ναι, αυτή ήταν η λογική πίσω από την απαγόρευση σερβιρίσματος φαγητών και ποτών στις παραλίες το 1980. Κι αυτή παραμένει. Πού να τρέχουμε να αλλάζουμε την πολιτική το 2018; Αν θέλει κάποιος καφέ, να πάρει τα πόδια του και να τσακιστεί να περπατήσει όσο χρειάζεται για να τον βρει. Και για εμάς τους Κύπριους καλώς, γούστο μας και καπέλο μας να είμαστε μαζοχιστές και να γουστάρουμε καυτή άμμο στα πόδια μας. Για τους ξένους όμως; Αυτούς που έχουν να διαλέξουν μεταξύ εμάς, της Ελλάδας, της Ίμπιζα, του Κάπρι και της Τουρκίας; Ίντα χαπάρκα κουμπάροι των Δήμων; Βέβαια, κάποιος θα απαντήσει πως έχουμε αύξηση στον τουρισμό, άρα όλα αυτά που λέω είναι μπούρδες. Ίσως. Όμως και να έρχονται οι τουρίστες, πώς θα αυξηθεί το πολυπόθητο κατά κεφαλή έξοδό τους στην Κύπρο, όταν δεν μπορούν να ξοδέψουν στο μέρος όπου περνούν τον περισσότερο χρόνο τους κατά τη διάρκεια της παραμονής τους;

Τα γράφω αυτά όχι για πρώτη φορά. Τα επαναλαμβάνω, γιατί νιώθω πως έστω και καθυστερημένα κάποιοι δήμαρχοι άρχισαν να κινούνται στη σωστή κατεύθυνση, με φωτεινό παράδειγμα τον Καρούσο της Αγίας Νάπας.

Ο ΥΠΕΣ Πετρίδης φαίνεται να κατανοεί το πρόβλημα και επιτέλους θα έχουμε Υπουργείο Τουρισμού, με εντολή να διορθώσει όλες αυτές τις μαλακίες που μας παίρνουν πίσω δεκαετίες. Γιατί πάνω από τις παραλίες, ο ιδιωτικός τομέας τρέχει πλέον γρήγορα. Ωραία beach bars εμφανίζονται συνεχώς (μέτρησα 44 τον Μάιο), με ωραία μουσική και προσεγμένο φαγητό. Έχουμε πλέον αξιοπρεπή ντόπια κρασιά και ποτά για να πιούμε με τους ξένους, έχουμε προσεγμένο φαγητό για όλα τα γούστα και έσπασε η λογική της αρπακτής που μας ταλαιπωρούσε για χρόνια και επέβαλλε πως αλλού τρων οι ξένοι και αλλού οι ντόπιοι. Το αποτέλεσμα είναι πως όλο και περισσότερο βλέπεις τουρίστες με ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα να ψάχνουν κρυμμένους θησαυρούς στην ενδοχώρα: οινοποιεία, μικροζυθοποιεία, μαγειρεία, καφενεία, μουσεία, μύθους και μονοπάτια της φύσης. Κι από αυτά έχουμε πολλά.

Έχω συναντήσει ορδές τουριστών στην Παναγιά να επισκέπτονται την Παναγία Χρυσορογιάτισσα και να ψωνίζουν κρασιά στα οινοποιεία του Κολιού και στο Βουνί. Έχω δει λεωφορεία με δεκάδες τουρίστες να κατεβαίνουν στου Βλασίδη και να δοκιμάζουν με τις ώρες Γρίφο και με χαρά παρακολουθώ να ξεπετάγονται ντελικατέσεν με κυπριακά προϊόντα στον Αγρό και τον Κάθηκα. Όλα αυτά είναι σημάδια πως το κράτος πρέπει να τρέξει να φτάσει επιτέλους τους ανθρώπους του, αυτούς που επενδύουν, δημιουργούν και οραματίζονται. Πρέπει να ξεφύγουν οι αποφάσεις από τις αίθουσες της Λευκωσίας και, επιτέλους, να λαμβάνονται όχι με γνώμονα αν θα δυσαρεστήσουμε κάποιους, αλλά αν θα μας μνημονεύουν οι επόμενοι κάτοικοι του νησιού.

Οι νέοι τουρίστες πλέον δεν τρώνε fish and chips, δεν πίνουν Red Bull και δεν θέλουν να γκρινιάζουν επειδή τους σερβίρει μια Ρωσίδα που δεν ξέρει Αγγλικά. Οι ξένοι και οι Κύπριοι μαζί πίνουν Ξυνιστέρι, τρώνε σιεφταλιά, απολαμβάνουν φρέντο και ψάχνουν κυπριακό γλυκό και παγωτό. Γιατί όλα αυτά να μην τους τα δίνουμε (και)
στην παραλία;

Υ.Γ. Δοκίμασα μία νέα κυπριακή μπύρα ενός νέου μικροζυθοποιείου, επ’ ονόματι Humor, και με εντυπωσίασε ως γεύση αλλά και ως πακετάρισμα, μπουκάλι και λογοτύπηση.


Tags: must, έποψη

Σχόλια

(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)